Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή της Δήμητρας Μπρατάνη

Ο ψαράς, απαυδισμένος από τις φωνές των παιδιών του που ζητούσαν φαΐ, αποφάσισε να δράσει πιο δυναμικά. Έτσι, πήρε τη φώκια και ξανοίχτηκε στη θάλασσα. Εκεί, την πέταξε από τη βάρκα μέσα στο νερό, μακριά από τις ακτές. Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά, έτσι όπως ακριβώς συνέβησαν.

Ήταν κάποτε, που λες, ένας ψαράς και η γυναίκα του που ήταν πολύ φτωχοί. Η χρονιά ήταν πολύ δύσκολη και δεν υπήρχε ούτε λέπι να φάει αυτός και η οικογένειά του. Έτσι, είπε ο ψαράς στη γυναίκα του: "Αυτό το βρομόψαρο τρώει την μπουκιά απ' το στόμα των παιδιών μας. Μου 'ρχεται να το πάρω και να το πετάξω στη θάλασσα. Ας πα' να βρει τους όμοιούς του. Αυτοί ξέρουν κάτι τρύπες και ξεχειμωνιάζουν, χώνονται κάτω από φύκια και όλο ξετρυπώνουν κανένα ψάρι για φαΐ." Η γυναίκα του, τον παρακάλεσε μέχρι δακρύων να λυπηθεί τη φώκια. Η σκέψη, όμως, των παιδιών τους, ξεπέρασε γρήγορα την κρίση πονοψυχίας τους. Το χάραμα, λοιπόν, ο ψαράς και η φώκια ξανοίχτηκαν μερικές λεύγες κι έφτασαν σ' ένα ξερονήσι, όπου ο ψαράς την εγκατέλειψε. Η φώκια, βέβαια, δεν κατάλαβε ότι η βάρκα έφυγε, γιατί έπαιζε ξέγνοιαστα με τις άλλες φώκιες. Ο ψαράς γύρισε σπίτι του πολύ λυπημένος από το χαμό της συντρόφου του. Μόλις, όμως, μπήκε στην καλύβα του, τη βρήκε να κάθεται μπροστά από τη φωτιά, προσπαθώντας να στεγνώσει.

Η πείνα ήταν ανεκτή για λίγες μέρες ακόμα. Ώσπου μια μέρα, απελπισμένος ο ψαράς από τις φωνές των παιδιών, αποφάσισε να δράσει πιο δυναμικά. Αυτή τη φορά ξανοίχτηκε πολύ μακριά, πέρα απ' τις στεριές και πέταξε τη φώκια στο νερό. Η φώκια, προσπαθούσε να πιαστεί από την κουπαστή, καθώς τα πτερύγιά της μοιάζουν με χέρια. Εκνευρισμένος όπως ήταν ο ψαράς τη χτύπησε με το κουπί του, με αποτέλεσμα να σπάσει το πτερύγιό της. Η φώκια μη μπορώντας να κάνει τίποτα, έμπηξε κάτι τσιρίδες και χάθηκε στο βαμμένο από το αίμα της νερό.
Ο ψαράς γύρισε στην καλύβα του ψυχικό ράκος. Αυτή τη φορά η φώκια δεν ήταν εκεί για να γεμίζει το σπίτι του και η γωνιά που συνήθιζε να κάθεται ήταν πια έρημη.

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Μέχρι που μια μέρα ο ψαράς πρόσεξε ότι τον ακολουθούσε μια μικρή φώκια, που ήταν πολύ καλή στο ψάρεμα. Κάποια στιγμή η μικρή φώκια άρχισε να κατευθύνεται προς ένα κοντινό νησί. Ο ψαράς την ακολούθησε και με έκπληξη είδε τη μικρή φώκια να πλησιάζει σε μια άλλη μεγαλύτερη που ήταν ξαπλωμένη πάνω στον πάγο. Και τότε είδε το πτερύγιό της που ήταν σπασμένο. Αμέσως κατάλαβε ποια ήταν αυτή η φώκια, καθώς θυμήθηκε τι είχε κάνει πριν από χρόνια. Με μεγάλη λαχτάρα, την πλησίασε και της χάιδεψε το σπασμένο πτερύγιο.

Στο δρόμο της επιστροφής είχε στη βάρκα του δυο φώκιες που τις αγαπούσε πολύ και υποσχέθηκε ότι δε θα τις άφηνε ποτέ ξανά.

Δήμητρα Μπρατάνη