Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία μιας φώκιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία μιας φώκιας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Η ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή της Ελένης Μαζμανίδου

Τα χαράματα ο ψαράς, αφού δεν μπορούσε να βλέπει άλλο την οικογένειά του να πεινάει, πήγε τη φώκια πολύ μακριά. Μόλις έφτασαν στη μέση του πουθενά, που λέει ο λόγος, της είπηε ότι πρέπει να φύγει. Η φώκια όμως δεν ήθελε. Έτσι, ο ψαράς την πέταξε με το ζόρι στη θάλασσα. Η φώκια γύρισε στη βάρκα του ψαρά και γατζώθηκε εκεί. Ο ψαρά τη χτύπησε όμως με ό,τι είχε μπροστά του. Η φώκια ούρλιαξε και έφυγε.
Ο ψαράς γύρισε στο σπίτι του και είδε το τζόκερ που είχε παίξει. Είχε κερδίσει 1.000.000 €. Το είπε στη γυναίκα του και στα παιδιά του. Γελούσαν, χόρευαν και ό,τι άλλο τους ερχόταν στο νου το έκαναν απ' τη χαρά τους.
Μετά ο ψαράς και η γυναίκα του έπεσαν για ένα μεσημεριανό ύπνο. Τα παιδιά του έκαναν τα μαθήματά τους και αποφάσισαν να βγουν να παίξουν. Πήγαν να βγουν και στην εξώπορτα ήταν κι  η φώκια. Έκλαιγε, κι εκεί που την είχε χτυπήσει ο ψαράς είχε κοκκινίσει και της είχε πρηστεί. Τα παιδιά την πήραν μέσα, ξύπνησαν τους γονείς τους και να τη φροντίσουνε με κάποιο τρόπο. Της ζήτησε συγγνώμη ο ψαράς και μετά της έδεσε το χτυπημένο σημείο μ' ένα επίδεσμο. Από εκείνη τη μέρα που ήταν πλούσια η οικογένεια του ψαρά την τάιζαν και δεν πεινούσε κανείς άλλος. Η φώκια έγινε καλά, την κράτησαν στο σπίτι του και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή του Κώστα Ντούφα

Μια φορά,σε μια οικογένεια, υπήρχε ένα κορίτσι, το οποίο αγαπούσε πολύ τα ζώα, κυρίως όμως τις φώκιες, που είχε μια τέτοια. Όμως, εξαιτίας του γεγονότος ότι η φώκια αυτή δεν μπορούσε να ζήσει στο περιβάλλον και  στις συνθήκες της οικογένειας, έφυγε αναζητώντας την πραγματική οικογένειά της.
Αρχικά ο πατέρας του κοριτσιού, όταν αυτό ήταν ακόμη τεσσάρων χρόνων, σε κάποια απ' τα γενέθλιά της, της έκανε δώρο μια φώκια, αφού ζούσαν στο Βόρειο Πόλο. Το μικρό αυτό κορίτσι ήθελε πάντα μια φώκια, αφού τις αγαπούσε πολύ. Πίστευε ότι ήταν το καλύτερο δώρο που μπορούσε να της κάνει.
Τα πρώτα χρόνια η φώκια με τη νέα της οικογένεια περνούσε πολύ καλά. Το κορίτσι κυρίως ασχολούνταν πιο πολύ με αυτή και περνούσαν μαζί πολλές ώρες παιχνιδιού. Ξαφνικά, όμως, μια χρονιά τα οικονομικά της οικογένειας στένεψαν. Γι' αυτό το λόγο ο πατέρας της οικογένειας δούλευε συνεχώς για να συντηρήσει την οικογένειά του κι έτσι δεν έμενε τροφή για τη φώκια. Παράλληλα, το κορίτσι δεν είχε πια την όρεξη να ασχοληθεί μαζί της. Ήταν ολοφάνερο ότι η φώκια δεν μπορούσε άλλο, κι ήθελε να γυρίσει στην παλιά της οικογένεια. Έτσι, όπως είπαμε και στην αρχή, η φώκια έφυγε.

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή του Πέτρου Νικολαΐδη

Μια φορά κι έναν καιρό ένας ψαράς προσπαθούσε να ξεφορτωθεί τη φώκια του, κι ακούστε για ποιο λόγο. Ο ψαράς, επειδή τα παιδιά του δεν είχαν φαΐ, κατηγόρησε τη φώκια ότι έτρωγε το φαΐ των παιδιών του. Η γυναίκα του ψαρά, στην αρχή, παρακάλεσε γονατιστή τον άντρα της να μην τη διώξει, αλλά μετά σκέφτηκε τα παιδιά της να πεινούν και άλλαξε γνώμη. Το χάραμα ο ψαράς ανοίχτηκε με τη βάρκα του και βρήκε ένα νησί με φώκιες να παίζουν. Η φώκια χαρούμενη έτρεξε να παίξει με τις άλλες φώκιες. Ο ψαράς έφυγε, χωρίς να το καταλάβει η φώκια. Γύρισε πίσω στο σπίτι του λυπημένος. Όμως, η φώκια του ήταν ήδη μέσα στο σπίτι του, δίπλα στη φωτιά και στέγνωνε τη γούνα της. Ο ψαράς δεν ξανασκέφτηκε να τη διώξει, για λίγες μέρες τουλάχιστον.

Μετά από λίγες μέρες τα παιδιά του ψαρά γκρίνιαζαν συνέχεια, γιατί πεινούσαν, και ο ψαράς αγανακτισμένος αποφάσισε να την ξαναδιώξει. Αυτή τη φορά πήγαν πιο βαθιά και την έριξε κάτω από τη βάρκα. Η φώκια προσπάθησε να κρατηθεί και ο ψαράς την κτύπησε με το κουπί και της έσπασε το πτερύγιο. Γύρισε στο σπίτι του ράκος. Το άλλο πρωί ούτε έτρωγε ούτε μιλούσε σε κανέναν και πήρε την απόφαση να βρει τη φώκια. Έψαξε αρκετά, ώσπου στο τέλος τη βρήκε λιπόθυμη σ' ένα νησί. Την πήρε μαζί του και την περιποιήθηκε.

Από τότε ζούσαν μαζί ευτυχισμένοι, αφού και οι ψαριές ήταν όλο και καλύτερες και το φαΐ έφτανε για όλους και περίσσευε.

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή της Ανθούλας Μουρατίδου

Ο ψαράς είχε νεύρα, γιατί δεν έβρισκε πολύ καλή ψαριά και έτσι τα ψάρια που έβγαζαν τα έδιναν στη φώκια. Η γυναίκα του ψαρά νευρίασε αρκετά με τη φώκια, γιατί της έδιναν τα ψάρια και δεν είχαν να φάνε τα παιδιά της. Έτσι, η γυναίκα του ψαρά παρακάλεσε τον άντρα της να αφήσουν τη φώκια. Ο ψαράς την πήρε και την άφησε στα ανοιχτά της θάλασσας. Όταν όμως γύρισε στο σπίτι του, την είδε να κάθεται κοντά στη φωτιά.

Μετά από λίγες μέρες ξανοίχτηκε πιο βαθιά. Καθώς πήγε να τη ρίξει στο νερό, η φώκια γαντζώθηκε με αποτέλεσμα ο ψαράς να της σπάσει το πτερύγιο. Ο ψαράς έφυγε και το βράδυ άκουσε κάτι φωνές. Βγήκε για να δει τι γίνεται και τότε βλέπει τη φώκια με υψωμένο το πτερύγιο να ουρλιάζει. Έτσι, την πήρε μέσα και από τότε δεν ξανασκέφτηκε να τη διώξει. Άλλωστε η ψαριά πήγαινε πολύ καλύτερα. Η φώκια, όμως, κράτησε μούτρα για λίγο καιρό στη γυναίκα του ψαρά.

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή του Τζουμπέρι Μπλιάτζε

Μια φορά ήταν ένας ψαράς που είχε πάει για ψάρεμα σε μια λίμνη. Εκεί είχε συναντήσει μια φώκια, που ήταν μικρή, αλλά ο ψαράς την πήρε σπίτι του και την εκπαίδευσε για να πιάνει ψάρια. Κάθε μέρα την έπαιρνε μαζί του από τα ξημερώματα και ψάρευαν μαζί. Μια μέρα, που η φώκια είχε πεινάσει, πήγε στο σπίτι του ψαρά και έφαγε τα ψάρια. Όταν ο

ψαράς έψαξε τη φώκια στη λίμνη, είδε πως η φώκια έλειπε. Έτσι, άρχισε να την ψάχνει. Πρώτα πήγε στο δάσος. Καθώς είδε ότι δεν ήταν εκεί πήγε στους γείτονές του και τους ρωτούσε έναν έναν. Όλοι έλεγαν πως δεν είχαν δει τη φώκια. Ένας γέροντας ήρθε και είπε στον ψαρά: "Ξέρω πού είναι η φώκια." "Πού είναι;" τον ρώτησε ο ψαράς. Και τότε του είπε ο γέροντας "την είδα να μπαίνει στο σπίτι". Μόλις τ' άκουσε ο ψαράς, πήγε τρέχοντας στο σπίτι του και είδε τη φώκια να κοιμάται. Την ξύπνησε και της είπε: "Πήρες άδεια για να φύγεις;" Μετά την πέταξε στον τοίχο και η φώκια άρχισε να κλαίει. Τότε ο ψαράς της είπε: "Άντε ρε, που κλαις κιόλας."

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή του Κωσταντίνου Ποθητού

Η φώκια κοιτούσε με τα μεγάλα βοϊδίσια μάτια της τα μικρά της και τα τάιζε φρέσκα ψαράκια. Απολάμβανε τη ζεστασιά της φωτιάς μέσα στο σπίτι του ψαρά. Δε θα άλλαζε με τίποτα αυτό το φιλόξενο σπίτι, που το θεωρούσε πια δικό της. Δε θα ξεχνούσε όμως ποτέ και τη λαχτάρα που πέρασε πριν από λίγους μήνες.
Ήταν ένα χειμωνιάτικο βράδυ. Ο ψαράς απογοητευμένος απ' την έλλειψη ψαριών και την πείνα των παιδιών του, αποφάσισε να ξεφορτωθεί τη μικρή του φίλη σ' ένα ξερονήσι. Το νησί είχε και άλλες φώκιες και η δική του δεν κατάλαβε την πρόθεση του ψαρά. Όταν, όμως, ο ψαράς γύρισε στενοχωρημένος στο σπίτι, τη βρήκε ήδη μέσα.
Η πείνα όμως και η φτώχεια ανάγκασαν τον ψαρά να επαναλάβει την ίδια κίνηση. Αυτή τη φορά ο ψαράς εγκατέλειψε τη φώκια σ' ένα μεγαλύτερο νησί, με περισσότερες φώκιες. Έφυγε πάλι στεναχωρημένος, χωρίς να έχει όμως άλλη επιλογή.
Στο νησί η φώκια μας περνούσε όμορφα! Είχε και καλή παρέα. Μια μέρα όμως έφτασαν με σκάφη κυνηγοί που αιχμαλώτιζαν πολλές φώκιες και τις πήγαιναν σε ζωολογικούς κήπους, ενώ άλλες τις σκότωναν. Τη δική μας φώκια λίγο έλειψε να τη σκοτώσουν! Ευτυχώς όμως πρόλαβε και κρύφτηκε σε μια σπηλιά με μια αρσενική της παρέας. Εκεί έμεινε για αρκετό καιρό και γέννησε δύο όμορφα μωρά!
Όταν αυτά μεγάλωσαν λίγο, αποφάσισε να επισκεφτεί τον ψαρά! Η έκπληξη όλων ήταν μεγάλη!
Από τότε η φώκια πηγαίνει συχνά στο σπίτι των φίλων της, που το θεωρεί και δικό της!

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή του Παναγιώτη Ξενάκη

Μπροστά στην πόρτα ενός ψαρά, μια φώκια φώναξε γοερά, υψώνοντας το ματωμένο πτερύγιο στον ουρανό.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο ψαράς αποφάσισε να αποχωριστεί τη φώκια που τον συντρόφευε στο ψάρεμα, γιατί η τροφή δεν έφτανε να θρέψει την οικογένειά του. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της γυναίκας του, αποφάσισε ότι αυτό ήταν το καλύτερο γι' αυτούς αλλά και για τα παιδιά τους.

Μια μέρα την παράτησε κοντά σ' ένα κοπάδι φώκιες, μακριά από το σπίτι του, σκεφτόμενος ότι θα χαθεί. Όταν, όμως, γύρισε σπίτι του στεναχωρημένος, τη βρήκε να ξεκουράζεται μπροστά στη φωτιά. Την επόμενη μέρα την πήγε στα ανοιχτά, έτσι ώστε να μην μπορεί να βρει στεριά. Μόλις όμως η φώκια προσπάθησε να πιαστεί από την κουπαστή, ο ψαρά τη χτύπησε, τραυματίζοντάς τη σοβαρά.

Αργά την ίδια νύχτα ακούστηκαν φωνές έξω από την πόρτα του ψαρά, που μετανιωμένος από την πράξη του βγήκε και περιμάζεψε τη φώκια που είχε έρθει στο μεταξύ. Δεν την ξαναχτύπησε ποτέ. Άλλωστε, το φαγητό από τότε ήταν πάντα πολύ περισσότερο κι έφτανε και για τον ίδιο και την οικογένειά του και για τη φώκια.

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή του Πέτρου Νικολούδη

Ο ψαράς εκνευρισμένος της κοπανάει μια με το κουπί και της σπάει το πτερύγιο. Η φώκια χάνει τις αισθήσεις της, εξαφανίζεται στο νερό και η θάλασσα γεμίζει αίματα. Τη χτύπησε επειδή με τη γυναίκα του περνούσαν φτώχειες και δεν υπήρχαν ψάρια. Μάλιστα ακόμη μια φορά είχε κάνει την απόπειρα να την ξεφορτωθεί. Η γυναίκα του είχε προσπαθήσει να του αλλάξει γνώμη, αλλά κι αυτή στο τέλος είχε συμφωνήσει μαζί του εξαιτίας της κατάστασης που επικρατούσε στο σπίτι.

Η φώκια λαβωμένη και τρομαγμένη εγκατέλειψε τις προσπάθειες να γυρίσει στ' αφεντικά της και
αφέθηκε στη μέση του ωκεανού. Την ώρα που εγκατέλειπε τα πάντα πέρασε από δίπλα της ένα κοπάδι από φώκιες, οι οποίες τη λυπήθηκαν και την πήραν μαζί τους.

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή του Ντεμιρέλ Μπάχα

Ο ψαράς και η γυναίκα του είχαν μέσα στο ιγκλού μια φώκια που έπαιρνε την καλύτερη θέση στη φωτιά. Εκείνο το χειμώνα η οικογένεια περνούσε μεγάλη φτώχεια και τα παιδιά τους πεινούσανε, γιατί η φώκια έτρωγε όλα τα ψάρια.
Μια μέρα ο ψαράς αποφάσισε να πάρει τη φώκια και να την πάει σ' ένα απομακρυσμένο νησί. Την πήγε και την άφησε να παίζει με τις άλλες φώκιες. Η φώκια δεν αντιλήφτηκε πως ο ψαράς έφυγε. Ο ψαράς, μόλις επέστρεψε στο ιγκλού είδε τη φώκια μπροστά στη φωτιά. Μαζί με τη γυναίκα του άντεξαν για λίγες μέρες ακόμα την πείνα. Όμως, όταν η πείνα έγινε αφόρητη και τα παιδιά τους έκλαιγαν, ο ψαράς αποφάσισε να δράσει πιο δυναμικά. Αυτή τη φορά πήγε πολύ βαθιά και πέταξε τη φώκια μες στη θάλασσα. Η φώκια προσπάθησε να κρατηθεί από τη βάρκα, αλλά δεν μπόρεσε, γιατί ο ψαράς τη χτυπούσε στο χέρι της και το έσπασε.
Μια μέρα άκουσαν ο ψαράς και η γυναίκα του κραυγές και πήγαν να σώσουν το θύμα. Είδαν όμως πως ήταν η φώκια. Την πήραν και τη φρόντισαν πολύ καλά. Από τότε δεν προσπάθησαν καμιά φορά να διώξουν τη φώκια.

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή της Μαργαρίτας Παπουτσή - Βανού

Ο ψαράς ήταν πολύ εκνευρισμένος με τη φώκια και γι αυτό ξανοίχτηκε πολύ βαθιά στη θάλασσα και την πέταξε στο νερό, μακριά από τις ακτές. Η φώκια άρχισε να φωνάζει, επειδή ο ψαράς κατά λάθος τη χτύπησε με το κουπί.
Όταν ο ψαράς γύρισε στο σπίτι του κουρασμένος και λυπημένος για τη φώκια του, άκουσε κάποια στιγμή φωνές απ' έξω και νόμισε πως κάποιος είχε χτυπήσει και βγήκε, για να βοηθήσει. Όταν άνοιξε την πόρτα, είδε τη χτυπημένη φώκια του να τον κοιτάει και να περιμένει να την περιποιηθεί. Την έβαλε μέσα, την περιποιήθηκε πολύ καλά και αποφάσισε μαζί με τη γυναίκα του να μην την ξαναφήσει στη θάλασσα, αφού από τότε είχαν πολύ καλή ψαριά και έφτανε για όλους. Έτσι, τέλειωσε η ιστορία του ψαρά και της φώκιας. Όμως, ποια ήταν η αρχή;

Ο ψαράς στην αρχή ζούσε ευτυχισμένος μαζί με τη φώκια, που την είχε στο σπίτι του και τη φρόντιζε σαν να ήταν παιδί του. Όμως μια χρονιά τα ψάρια ήταν λιγοστά κι έτσι αποφάσισε να αφήσει τη φώκια στη θάλασσα, γιατί αυτός, η γυναίκα του και τα παιδιά τους δεν είχαν να φάνε, αφού τα περισσότερα ψάρια τα έτρωγε η φώκια. Έτσι, μια μέρα ο ψαράς είχε πάει μακριά κι είχε πετάξει τη φώκια στη θάλασσα. Αυτή, βέβαια, άρχισε να παίζει, γιατί δεν είχε καταλάβει τίποτα. Κι όταν ο ψαράς έφτασε στο σπίτι του πολύ στεναχωρημένος που άφησε τη φώκια μόνη της, την είδε να κάθεται μπροστά στη φωτιά. Έκαναν υπομονή ακόμη λίγες μέρες. Όμως η πείνα όλο και μεγάλωνε ώσπου ο ψαράς ξαναπήρε τη φώκια μαζί του. Το τι έγινε από κει και πέρα είναι πια γνωστό.

Μαργαρίτα Παπουτσή - Βρανού

Ιστορία μιας φώκιας, η εκδοχή της Δήμητρας Μπρατάνη

Ο ψαράς, απαυδισμένος από τις φωνές των παιδιών του που ζητούσαν φαΐ, αποφάσισε να δράσει πιο δυναμικά. Έτσι, πήρε τη φώκια και ξανοίχτηκε στη θάλασσα. Εκεί, την πέταξε από τη βάρκα μέσα στο νερό, μακριά από τις ακτές. Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά, έτσι όπως ακριβώς συνέβησαν.

Ήταν κάποτε, που λες, ένας ψαράς και η γυναίκα του που ήταν πολύ φτωχοί. Η χρονιά ήταν πολύ δύσκολη και δεν υπήρχε ούτε λέπι να φάει αυτός και η οικογένειά του. Έτσι, είπε ο ψαράς στη γυναίκα του: "Αυτό το βρομόψαρο τρώει την μπουκιά απ' το στόμα των παιδιών μας. Μου 'ρχεται να το πάρω και να το πετάξω στη θάλασσα. Ας πα' να βρει τους όμοιούς του. Αυτοί ξέρουν κάτι τρύπες και ξεχειμωνιάζουν, χώνονται κάτω από φύκια και όλο ξετρυπώνουν κανένα ψάρι για φαΐ." Η γυναίκα του, τον παρακάλεσε μέχρι δακρύων να λυπηθεί τη φώκια. Η σκέψη, όμως, των παιδιών τους, ξεπέρασε γρήγορα την κρίση πονοψυχίας τους. Το χάραμα, λοιπόν, ο ψαράς και η φώκια ξανοίχτηκαν μερικές λεύγες κι έφτασαν σ' ένα ξερονήσι, όπου ο ψαράς την εγκατέλειψε. Η φώκια, βέβαια, δεν κατάλαβε ότι η βάρκα έφυγε, γιατί έπαιζε ξέγνοιαστα με τις άλλες φώκιες. Ο ψαράς γύρισε σπίτι του πολύ λυπημένος από το χαμό της συντρόφου του. Μόλις, όμως, μπήκε στην καλύβα του, τη βρήκε να κάθεται μπροστά από τη φωτιά, προσπαθώντας να στεγνώσει.

Η πείνα ήταν ανεκτή για λίγες μέρες ακόμα. Ώσπου μια μέρα, απελπισμένος ο ψαράς από τις φωνές των παιδιών, αποφάσισε να δράσει πιο δυναμικά. Αυτή τη φορά ξανοίχτηκε πολύ μακριά, πέρα απ' τις στεριές και πέταξε τη φώκια στο νερό. Η φώκια, προσπαθούσε να πιαστεί από την κουπαστή, καθώς τα πτερύγιά της μοιάζουν με χέρια. Εκνευρισμένος όπως ήταν ο ψαράς τη χτύπησε με το κουπί του, με αποτέλεσμα να σπάσει το πτερύγιό της. Η φώκια μη μπορώντας να κάνει τίποτα, έμπηξε κάτι τσιρίδες και χάθηκε στο βαμμένο από το αίμα της νερό.
Ο ψαράς γύρισε στην καλύβα του ψυχικό ράκος. Αυτή τη φορά η φώκια δεν ήταν εκεί για να γεμίζει το σπίτι του και η γωνιά που συνήθιζε να κάθεται ήταν πια έρημη.

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Μέχρι που μια μέρα ο ψαράς πρόσεξε ότι τον ακολουθούσε μια μικρή φώκια, που ήταν πολύ καλή στο ψάρεμα. Κάποια στιγμή η μικρή φώκια άρχισε να κατευθύνεται προς ένα κοντινό νησί. Ο ψαράς την ακολούθησε και με έκπληξη είδε τη μικρή φώκια να πλησιάζει σε μια άλλη μεγαλύτερη που ήταν ξαπλωμένη πάνω στον πάγο. Και τότε είδε το πτερύγιό της που ήταν σπασμένο. Αμέσως κατάλαβε ποια ήταν αυτή η φώκια, καθώς θυμήθηκε τι είχε κάνει πριν από χρόνια. Με μεγάλη λαχτάρα, την πλησίασε και της χάιδεψε το σπασμένο πτερύγιο.

Στο δρόμο της επιστροφής είχε στη βάρκα του δυο φώκιες που τις αγαπούσε πολύ και υποσχέθηκε ότι δε θα τις άφηνε ποτέ ξανά.

Δήμητρα Μπρατάνη