Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1 Το πιο γλυκό ψωμί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1 Το πιο γλυκό ψωμί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Το πιο γλυκό ψωμί

Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το 'χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.


Οπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το 'χεις;» «Ούτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!...».


Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το 'χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».


Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ' όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα 'φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ' όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Ούτε κι ήθελε να τα φάει. Το 'να του μύριζε, τ' άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.


«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» Ο βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος v' αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.


«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ' από λίγο. «Av θέλεις να δοκιμάσεις στ' αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να 'ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Av δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»


Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του 'λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ' ένα χωράφι σπαρμένο


Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Ούτε φαί όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.


Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ' αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ' αλώνι να τ' αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσσότερ’ από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ' ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.


Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ' αλέσουμε! Πάρ' το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που 'ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.


Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ' αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το 'ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. Ο βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν , όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.


Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ' ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».


Ο βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!

Λεξιλόγιο
1 αδυνάτιζε, 2 λαχταρούσε, 3 έβαλε στα πόδια του, 4 καύσωνας, 5 ολόκληρη, 6 ξύλο με το οποίο χτυπούν το στάρι, 7 [το στάρι]: διαδικασία με την οποία καθαρίζεται το στάρι από τα άχρηστα μέρη, 8 συμφωνία, 9 συμβουλή


Το πιο γλυκό ψωμί, Η ανάλυση του παραμυθιού


Φύλλο 1ο
Προσδιορίζεται ο χρόνος και ο τόπος του παραμυθιού; Ποιες λέξεις χρησιμοποιούνται;
          Ο χρόνος είναι γενικός και αόριστος. Το καταλαβαίνουμε από τη λέξη «κάποτε»
          Ο τόπος επίσης είναι ακαθόριστος, «σ’ ένα μακρινό βασίλειο»
Ποιο πρόβλημα αντιμετωπίζει ο βασιλιάς;
          Το πρόβλημα του βασιλιά είναι η ανορεξία.
Ποιοι προσπαθούν να βοηθήσουν το βασιλιά; Τα καταφέρνουν;
          Το βασιλιά προσπαθούν να τον βοηθήσουν διάφοροι γιατροί, χωρίς να τα καταφέρουν.
Ποιος έρχεται στη συνέχεια να βοηθήσει το βασιλιά; Τι οδηγία δίνει; Είναι σαφής ή μοιάζει με αίνιγμα;
          Στη συνέχεια έρχεται ένας γέρος σοφός. Δίνει οδηγία στο βασιλιά να φάει το πιο γλυκό ψωμί. Η οδηγία δεν είναι σαφής και μοιάζει με αίνιγμα.
Πώς ερμηνεύει την οδηγία ο βασιλιάς; Τι διατάζει;
          Ο βασιλιάς διέταξε τους μαγείρους του να του ετοιμάσουν το πιο γλυκό ψωμί.
Βρίσκει τη θεραπεία στο πρόβλημά του;
          Παρόλη τη ζάχαρη που έβαλαν οι μάγειροι στα ψωμιά που έφτιαξαν, ο βασιλιάς δε θεραπεύτηκε.
Για να θεραπευτεί τι αναγκάστηκε να κάνει;
          Για να θεραπευτεί αναγκάστηκε να ακολουθήσει το γέρο σοφό και να κάνει διάφορες εργασίες-δοκιμασίες, όπως, π.χ. θέρισμα, αλώνισμα, λίχνισμα, άλεσμα, ζύμωμα και φούρνισμα. Στο τέλος, όταν έφαγε από το ψωμί που έφτιαξε ο ίδιος με τόσο κόπο, τελικά θεραπεύτηκε.
Ποια είναι η γλώσσα του κειμένου;
          Η γλώσσα του κειμένου είναι η νέα ελληνική με πολλές λαϊκές λέξεις.
Να εντοπίσετε τις λαϊκές λέξεις και φράσεις.
          έρεβε, λιμπιζόταν, ποδέθηκε, λιοπύρι, έδωκε, ολάκερη, έκαμε, δάρτη, ορμήνεια κ.λ.π.
Σε τι πρόσωπο γίνεται η αφήγηση;
          Η αφήγηση γίνεται σε γ’  ενικό πρόσωπο
Τι είδους αφηγητή έχουμε; γιατί;
          Ο αφηγητής δε συμμετέχει στα γεγονότα, άρα είναι ετεροδιηγητικός.
Ποιοι αφηγηματικοί τρόποι χρησιμοποιούνται στο παραμύθι; (αφήγηση, περιγραφή, διάλογος, σχόλιο)
          Οι αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται στο παραμύθι είναι:
          α) αφήγηση (κάποτε ένας πλούσιος βασιλιάς)
          β) περιγραφή (σε λίγο βγήκαν τα καρβέλια αχνιστά και ροδοκοκκινισμένα)
          γ) διάλογος (- Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου; - Μα τι λες, γιατρέ μου)
          δ) σχόλιο (ούτε του πουλιού το γάλα που λέει κι ο λόγος)
Υπάρχουν στοιχεία προφορικότητας στο παραμύθι; Αν ναι, να τα εντοπίσετε.
          Στο κείμενο εντοπίζουμε στοιχεία προφορικότητας, π.χ. Κι ο βασιλιάς, παιδί μου…, για να μην τα πολυλογούμε…

Στα παραμύθια συνήθως διακρίνουμε διάφορα στάδια-μοτίβα από τα οποία περνά ο ήρωας:
α) Στην αρχή παρουσιάζεται ένα πρόβλημα.
β) Στη συνέχεια κάποιοι προσπαθούν να το λύσουν, χωρίς όμως να τα καταφέρνουν.
γ) Μετά εμφανίζεται ένα άλλο πρόσωπο που δίνει κάποια συμβουλή.
δ) Στο τέλος ο ήρωας του παραμυθιού περνάει κάποιες δοκιμασίες, και καταφέρνει να λύσει το πρόβλημα.
Στο παραμύθι που διαβάσαμε, αν νομίζετε ότι ο ήρωας περνά από τα παραπάνω στάδια, τότε συμπληρώστε τον παρακάτω πίνακα:

Στάδια εξέλιξης του παραμυθιού

α) Πρόβλημα του ήρωα
Το πρόβλημα του βασιλιά ήταν η ανορεξία του
β) Κάποιοι προσπαθούν να το λύσουν
Προσπάθησαν να το λύσουν πολλοί γιατροί, αλλά δεν τα κατάφεραν.
γ) Εμφανίζεται ένα άλλο πρόσωπο
Τότε εμφανίστηκε ένα άλλο πρόσωπο, ένας γέρος σοφός, που ήξερε από γιατρικά και πρότεινε στον ήρωα ένα γιατρικό, δηλ. να φάει το πιο γλυκό ψωμί.
δ) Δοκιμασίες του ήρωα
Οι δοκιμασίες του βασιλιά που κράτησαν τρεις ημέρες ήταν οι εξής:
α) να θερίσει ένα χωράφι με σιτάρι
β) να αλωνίσει το θερισμένο σιτάρι
γ) να το λιχνίσει
δ) να το πάει στο μύλο, για να το αλέσει
ε) να το ζυμώσει
στ) να το φουρνίσει


Το πιο γλυκό ψωμί, Οι δοκιμασίες του βασιλιά με φωτογραφικό υλικό