Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1 όλοι μαζί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1 όλοι μαζί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Το σενάριο της ταινίας για τη μετανάστευση.


1η Σκηνή
1950. Δωμάτιο. Ακούγεται ένα τραγούδι του Καζαντζίδη, π.χ. «Το ψωμί της ξενιτιάς».
Παιδιά: Γιωργής, Μαρίκα, Κώστας.
Η Μαρίκα, όρθια, περιμένει ανυπόμονη. Έρχεται ο Γιωργής…

Μαρίκα: Η Μαρίκα κινείται ανυπόμονα. Έλα, βρε Γιωργή, πού είσαι;
Γιωργής: ξένοιαστος: Πού είμαι; Εδώ είμαι… δε με βλέπεις!
βγάζει το μπουφάν του και το τακτοποιεί …
Μα: Γιωργή, δεν είναι ώρα γι’ αστεία…
Γιω: Γιατί, τι έγινε; Αρχίζει «το σπίτι των ανέμων»; Φέρε το ραδιόφωνο γρήγορα!
Μα: Δεν αρχίζει τίποτα… Κρυφάκουσα τη μαμά και τον μπαμπά;
Γιω: Τι έκανες, παλιοκόριτσο; Κάθεται
Μα: Η μαμά κι ο μπαμπάς μιλούσαν πριν από λίγο και ‘γω χωρίς να το θέλω τους κρυφάκουσα.
Γιω: Την κοιτάζει άγρια. Μετά χαμογελάει. Εντάξει, δεν πειράζει. Καλό κορίτσι είσαι, σε συγχωρώ…
Μα: Κάθεται. Γιωργή, ο μπαμπάς θα μας αφήσει…
Γι: Τι είπες;
Μα: Ο μπαμπάς θα φύγει, θα πάει στην ξενιτιά, στη Γερμανία.
Γι: Τι έκανε λέει…
Μα: Τον άκουσα που έλεγε πως οι δουλειές δεν πάνε καλά πως τα οικονομικά μας είναι χάλια κι ότι αν δε διορθωθεί η κατάσταση θα μείνουμε στους δρόμους.
Γι: Τι μου λες τώρα; Καταλαβαίνεις τι μου λες;
Μα: Έλεγε πως προσπάθησε να βρει μια λύση… αλλά…
Παύση
Γι:  Η μαμά τι είπε;
Μα: Η μαμά ήθελε να πάει κι αυτή μαζί του…
Γι: Και μεις τι θα κάνουμε; … Θα μας πάρουν κι εμάς; … Εγώ δεν πάω πουθενά.
Μα: Σταμάτα να φωνάζεις κι άκου με.
Γι:  Εγώ δε θέλω να φύγω από εδώ.
Μα: Εμείς δε θα πάμε.
Γι: Δε θα πάμε;
Μα: Τουλάχιστον όχι τώρα. Ο μπαμπάς είπε ότι στην αρχή θα πάει μόνος του και πως εμείς θα μείνουμε εδώ, μαζί με τη μαμά. Μετά είπε πως αργότερα θα προσπαθήσει να μας πάρει κι εμάς μαζί του.
Γι: Να το, να το, θα πάμε κι εμείς… Εγώ δε θέλω… θα μείνω εδώ με τη γιαγιά.
Μα: Μα βρε Γιωργή, πώς θα γίνει αυτό, πώς θα μείνεις μόνος σου εδώ.
Γι:  Όπως μένει κι ο φίλος μου ο Νικολάκης. Και οι δυο οι γονιοί του δουλεύουνε στην Αυστραλία και κείνος μένει με τη γιαγιά του. Έτσι θα μείνω κι εγώ.
Μα: Κι άμα μείνουμε εμείς εδώ κάθε πότε θα τους βλέπουμε; Ο Νικολάκης έχει να δει τη μάνα του και τον μπαμπά του δυο χρόνια τώρα. Έτσι θέλεις να κάνεις κι εσύ;
Γι: Ούτε κι αυτό μ’ αρέσει, αλλά δε θέλω να φύγω από δω. Εδώ είναι το σπίτι μας, οι φίλοι μας… Εκεί δε θα ‘χουμε κανέναν. Θα είμαστε μόνοι.  Παύση. Και πώς θα μιλάμε, αφού δεν ξέρουμε γερμανικά, πού θα πάμε σχολείο, ποιους θα έχουμε για φίλους…
Μα: Δεν ξέρω… έτσι όπως τα λες, αρχίζω να φοβάμαι κι εγώ.
Έρχεται ο Κώστας ξένοιαστος και χαρούμενος…
Κώστας: Τι λέτε εδώ;
Γι. Κάτσε… έχουμε άσχημα νέα να σου πούμε.

2η σκηνή
Γερμανία. Στο δρόμο
Μαρίκα, Κώστας Ματίλντε, Άντζελα, Στέφαν


Η Μαρίκα και ο Κώστας γυρίζουν από το σχολείο. Προπορεύεται η Μαρίκα και σε λίγο έρχεται ο Κώστας κλαμένος.


Μα.: Τι έγινε, Κώστα, τι τρέχει, γιατί κλαις;
Κώστας:  Κάποια Γερμανάκια, άρχισαν να με βρίζουν βρομοέλληνα… σκουπίζει τα μάτια του…  μου λέγαν: «τι θέλεις εδώ, να πας στην πατρίδα σου και να μας αφήσεις…»
Μα: Μη στεναχωριέσαι, δεν αξίζει να κλαις… Του δίνει ένα χαρτομάντιλο…
Κω: Σκουπίζει τα δάκρυά του. Μαρίκα, δεν αντέχω άλλο… τρία χρόνια είμαστε εδώ… και συνέχεια τα ίδια…
Μα: Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εκτός από υπομονή… Θα καθίσουμε λίγο ακόμη ίσα ίσα να μαζέψουν οι δικοί μας λίγα λεφτά και μετά θα γυρίσουμε στην πατρίδα μας.
Κω: Κι εγώ αυτό θέλω
Έρχεται η Άντζελα με τον αδερφό της Στέφαν.
Άντζελα: Βας μάινς ντου; Τι πράγματα είναι αυτά, είστε πολιτισμένοι άνθρωποι εσείς;
Μα: Γιατί τι έγινε Άντζελα;
Άντζ: Να μαζέψεις τον αδερφό σου δεν μπορεί να πετάει πέτρες.
Μα: Άντζελα τι λες;
Άντζ: Ο Στέφαν ήρθε στο σπίτι κλαίγοντας με τα αίματα να τρέχουν…
Μα: Δεν είναι δυνατόν, αποκλείεται ο Κωστής να έκανε τέτοια πράγματα!
Άντζ: Μα τι λες τώρα, θέλεις να με βγάλεις ψεύτρα; Στέφαν, Ζάγκ ζι, πες ποιος σε χτύπησε.
Στέφαν: Να εκεί που παίζαμε με χτύπησε μια πέτρα, γύρισα να δω και ο Κώστας ήταν εκεί…
Μα: Αποκλείεται.
Στε: Για, για, Κώστας βαρ.
Κω: Όχι, όχι! Δεν ήμουνα εγώ, ψέματα λέει…
Μα: Κι έπειτα, εσείς γιατί μας βρίζετε συνέχεια, γιατί μας λέτε συνέχεια βρομοέλληνες; τι σας κάναμε;
Αντζ: Τι μας κάνατε; Προχτές δεν έπιασαν έναν Έλληνα που έκλεβε;… Το είπε και το ραδιόφωνο!…
Κω: Εκείνος μπορεί να έκλεβε, αλλά δεν κλέβουν όλοι οι Έλληνες. Οι γονείς μου δουλεύουν όλη τη μέρα…
Άντζ: Δε με νοιάζει για τους γονείς σου, να μην ερχόσασταν εδώ…
Μα: Άντζελα, γίνεσαι σκληρή. Είμαστε τρία χρόνια εδώ. Ποτέ δε σας πειράξαμε. Εξάλλου ο Στέφαν δεν είδε τον Κώστα να πετάει την πέτρα. Στον Στέφαν Στέφαν, τον είδες;
Στε: Με το πρόσωπο δείχνει ότι δεν τον είδε.
Άντζ: Το είπαν οι φίλοι του, και ποτέ δε θα λέγαν ψέματα.
Έρχεται μια 2η Γερμανίδα.
Ματίλντε: Άντζελα, Στερ νιχτ ντι Μαρίκα μην ενοχλείς την Μαρίκα.
Άντζ: Μα τι λες Ματίλντε, ο Κώστας πέταξε μια πέτρα στον αδερφό μου, στον Στέφαν
Ματ: Δεν το έκανε ο Κώστας… ο Γιόχαν της φράου Χίλντα το έκανε…
Άντζ.: Τι λες Ματίλντε;
Ματ: Το είδα με τα μάτια μου, ο Γιόχαν πέταξε την πέτρα.
Αντζ.: Αποκλείεται. Ο Γιόχαν είναι Γερμανός κι οι Γερμανοί δεν κάνουν τέτοια πράγματα, δεν πετάνε πέτρες, είναι πολιτισμένοι οι Γερμανοί…
Στε: Αυτοί οι βρομομετανάστες τα κάνουν όλα.
Ματ: Κομ Άντζελα βιρ γκέχεν Έλα Άντζελα, πάμε…



3η σκηνή

2010. Δωμάτιο. Ακούγεται το τραγούδι του Χατζηγιάννη Χέρια ψηλά.
Η Ρομίνα κάθεται, έχει τα πόδια της σε μια καρέκλα, χαζεύει περιοδικά και τραγουδάει…
Έρχονται ο Τζίνο κι ο Ραφαέλ από το σχολείο με τις τσάντες στην πλάτη.

Τζίνο: Τι γίνεται, Ρομίνα, τραγουδάμε; Αφήνει την τσάντα του. Απευθύνεται στη Ρομίνα. Κατέβασε τα πόδια σου…
Ο Ραφαέλ βγάζει ένα περιοδικό από την τσάντα του. Το ανοίγει
Τζίνο: Τι είναι αυτό;
Ραφαέλ: Το καινούριο τεύχος. Ο Τζίνο πλησιάζει το Ραφαέλ και κοιτούν μαζί το περιοδικό.
Ρομίνα: Τζίνο, γιατί δεν ήρθε η Βερόνικα μαζί σας;
Τζίνο: Πού να ξέρω εγώ; Κου τα ντια ουν
Ραφαέλ: Πήγε με τις φίλες της, όπου να ’ναι θα ’ρθει.
Παύση… τραγούδι… ξεφύλλισμα…
Τζίνο: Τι τραγούδι είναι αυτό;
Ρομίνα: Ένα καινούριο, του Χατζηγιάννη…
Ραφαέλ: Καλούτσικο φαίνεται
Τζίνο:  Να τη!
Έρχεται η Βερόνικα, αφήνει την τσάντα της.
Ρο: Βερόνικα, τι έχεις;  
Βερόνικα: Τίποτα, Ρομίνα.
Ρο: Πώς τίποτα… φαίνεσαι… για να σε δω… δε με γελάς εμένα… Τι έγινε; Μάλωσες στο σχολείο;
Βε: Όχι, βρε Ρομίνα, τίποτα δεν έγινε σου λέω, άσε με…
Ρο: (Πηγαίνει την αγκαλιάζει) Έλα, Βερόνικα, μην το κρατάς μέσα σου. Πες μου τι έγινε.
Τζίνο: Τη φώναξε ο διευθυντής στο γραφείο.
Ρο: Γιατί, έκανες κάτι; Ψε ατε κε μπερι γιε;
Βε: Όχι, καλέ…
Ραφ: Κι όταν βγήκε απ’ το γραφείο, έκλαιγε.
Ρο: Πες μου, Βερόνικα, τι έγινε;
Τζίνο: Πες της, Βερόνικα.
Ραφ: Ναι, πες της, αδερφή μας είναι στο κάτω κάτω.
Βε: Να… με φώναξε ο διευθυντής στο γραφείο του και μου είπε ότι παρόλο που έχω τον καλύτερο βαθμό στο σχολείο, δε θα είμαι εγώ η σημαιοφόρος…
Ρο: Γιατί;
Βε: Μου είπε ότι δε γίνεται, γιατί είμαι Αλβανή… Ψε γιαμ σιπτάρε
Ραφ. Άντε πάλι η ίδια ιστορία… Αυτά γινόντουσαν πριν από χρόνια… Τώρα το θυμήθηκε αυτός;
Βε: Είπε πως φοβάται κάποιες αντιδράσεις…
Ρο: Μα πώς, τι πειράζει… Σε ελληνικό σχολείο βγήκες πρώτη, στην ελληνική γλώσσα βγήκες πρώτη…
Τζίνο: στην ελληνική ιστορία…
Βε: Δεν ξέρω, βρε παιδιά.
Ραφ. Ίσως να ντρέπονται που η Βερόνικα βγήκε πρώτη και δεν τα κατάφερε κάποιος Έλληνας.
Ρο: Βερόνικα, μη στενοχωριέσαι, τουλάχιστον ξέρεις ότι τα κατάφερες… Τους έδειξες ότι εμείς οι μετανάστες δεν είμαστε ούτε κλέφτες ούτε δολοφόνοι… όπως θέλουν να πιστεύουν πολλοί. Κάποιοι… ίσως… οι πιο πολλοί όμως πεινασμένοι ήμασταν κι ήρθαμε στην Ελλάδα και κουτσά στραβά τα καταφέραμε.
Τζ. Πάντως τους εύχομαι να μη βρεθούν ποτέ στη δική μας θέση…


4η σκηνή

Καφενείο.
Οδυσσέας, Βερόνικα, Νίκος, Σωτήρης, Αιμιλία, Περικλής, Ντέμης
Σ’ ένα τραπέζι κάθονται ο Οδυσσέας και ο Νίκος, παίζουν τάβλι. Μιλάνε για ζαριές.
Σ’ άλλο τραπέζι κάθονται ο Σωτήρης ο Περικλής, ο Ντέμης και η Αιμιλία.
Έρχεται η Βερόνικα.

Αιμιλία: Πάλι χάλια καφέ έκανε αυτός ο καφετζής.
Περικλής: Τι γίνεται Σωτήρη; Βγήκαν τίποτα αποτελέσματα;
Σωτήρης: Ναι, ναι. Βγήκαν τα Δίκτυα Τηλεπικοινωνιών.
Πε. Και τι έκανες;
Σω. Οκτώ.
Πε. Μπράβο, ρε Σωτήρη, μεγάλε…

Βερόνικα: Γεια σας, παιδιά
Αιμ. Πε. Σωτ.: Χαιρετούν

Βερ. Γεια… Τι έγινε, μας τελείωσαν οι καρέκλες;
Νίκος. Πάρε από κει μία.
Οδυσσέας: Γεια σου Βερόνικα, πού ήσουν, άργησες!
Βερ. Πού αλλού να ήμουν, βρε Οδυσσέα. Εσύ έχεις το όνομα, εγώ περιπλανιέμαι.
Οδ. 4-2. Πού περιπλανιόσουν πάλι… στα μπαράκια
Βερ. Ποια μπαράκια πρωινιάτικα … έτρεχα για συνεντεύξεις.
Νι. Θα μας πεθάνουν αυτές οι συνεντεύξεις. 5-1
Οδ.: Σε ποια εταιρεία πήγες αυτή τη φορά;
Βερ: Στην Άλτο.
Νι: 6-2 Α, κι εγώ έχω πάει!
Οδ. Τι σου είπαν;
Βερ. Περίμενε λίγο… (στον καφετζή) Γιώργο, φέρε μου ένα φραπέ γλυκό με λίγο γάλα… Είδαν ότι έχω το πτυχίο, το μεταπτυχιακό, ότι ξέρω δύο γλώσσες, υπολογιστή, μου είπαν ότι τα προσόντα μου είναι πολλά…
Νι. Κι ότι θα σε ειδοποιήσουν… τριάρες… Και σε μένα τα ίδια είπαν.
Οδ. Σ’ όλους τα ίδια λένε.
Νι. Εξάρες…
Οδ. Είσαι πολύ τυχερός… με τρέλανες απ’ το πρωί.
Βερ. Κουράστηκα πια μ’ αυτήν την ιστορία. Κουράστηκα, δεν αντέχω άλλο.
Οδ. Έλα, Βερόνικα, κουράγιο.
Βερ. Μια κουβέντα είν’ αυτό…
Νι. Κέρδισες πάλι τυχεράκια. Κλείνει το τάβλι. Σοβαρός. Αναγκαστικά θα πρέπει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση.
Βερ. Δηλαδή;
Οδ. Να κάνουμε κι εμείς ό,τι κάνουν και οι άλλοι πτυχιούχοι.
Βερ. Αυτό δεν κάνουμε όλη μέρα. Από το σπίτι στο καφενείο, από το καφενείο στην καφετέρια, σε κανένα μπαράκι.
Νι. Δε λέω αυτό… Λέω να κάνουμε αίτηση για Αυστραλία, για Γερμανία, για οπουδήποτε.
Οδ. Έτσι όπως έγιναν τα πράγματα φαίνεται πως είναι η μόνη λύση.
Βερ. Δεν το μπορώ, βρε παιδιά, δεν το αντέχω να φύγω από τον τόπο μου και να τρέχω στην ξενιτιά.

Σωτ. Τι λέτε και σοβαρέψατε στα ξαφνικά;
Νι. Ότι θα πρέπει να ξενιτευτούμε.
Σω. Και καλά θα κάνετε. Ξέρετε πόσοι νέοι δουλεύουν ήδη στο εξωτερικό; Μόνο στην Αγγλία αυτή τη στιγμή δουλεύουν πάνω από 70.000 πτυχιούχοι Έλληνες.
Αιμ. Εχτές άκουσα στην τηλεόραση που έλεγε ότι πάνω από 150.00 έχουν στείλει το βιογραφικό τους για δουλειά στις ευρωπαϊκές χώρες, στην Αυστραλία μέχρι και στην Κίνα…
Βε. Στην Κίνα θα πάω να δουλέψω; Δεν το πιστεύω! Δε θέλω να πάω στο εξωτερικό.
Σω. Και τι να γίνει. Ο δικός μου ο προπάππους το 1910 πήγε στην Αμερική, δούλεψε έκανε λίγα λεφτά και γύρισε. Το ίδιο θα κάνουμε κι εμείς.
Βερ. Κι ο πατέρας μου, από το 1950 στις φάμπρικες της Γερμανίας δούλευε. Δε θέλω κι εγώ να έχω την ίδια μοίρα.
Νι. Και τι θέλεις να κάνουμε. Δυστυχώς η ξενιτιά και η μετανάστευση είναι η μόνη μας λύση.
Βερ. Κι άμα ξενιτευτούμε θα βρούμε και δουλειά;
Ντέμης Οι πτυχιούχοι βρίσκουν εύκολα. Αυτοί που δεν έχουν κάποιο πτυχίο, κάποιο εφόδιο, γυρνάνε πίσω άπραγοι.
Περ. Για δες κάτι πράγματα. Από το 1850 ως το 1960 οι Έλληνες τρέχανε στην ξενιτιά μετανάστες.
Αιμ. Μετά άλλαξαν οι καιροί κι η Ελλάδα γέμισε μετανάστες από την Αλβανία, τη Βουλγαρία μέχρι κι από το Πακιστάν.
Περ. Και τώρα άντε ξανά… Ήρθε, φαίνεται, και πάλι η σειρά των Ελλήνων να γίνουν αυτοί μετανάστες.
Σω. Και των μεταναστών. Μην ξεχνάς ότι αυτοί που ήρθαν στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια, τώρα αναγκάζονται για δεύτερη φορά να γίνουν μετανάστες.
Αιμ. Θα τελειώσει καμιά φορά αυτή η ιστορία; Ως πότε οι λαοί, οι άνθρωποι, θα ‘ναι το παιχνίδι στα χέρια των ισχυρών αυτού του πλανήτη; 

Πρόσωπα: 
1.      Γιωργής,                       Τζουμπέρης Μπλιάτζε
2.      Μαρίκα,                        Δήμητρα Μπρατάνη
3.      Κώστας,                        Παναγιώτης Ξενάκης
4.      Ματίλντε,                      Μαργαρίτα Παπουτσή
5.      Άντζελα,                       Τζένη Λούσι
6.      Στέφαν,                        Παναγιώτης Μαχαιρίδης
7.      Ρομίνα,                        Ελένη Μαζμανίδου
8.      Τζίνο,                           Ερμάλ Μπάχο
9.      Βερόνικα,                     Ανθούλα Μουρατίδου
10.  Ραφαέλ,                        Πέτρος Νικολούδης
11.  Οδυσσέας,                    Κώστας Ντούφας
12.  Νίκος,                           Ντεμιρέλ Μπάχα
13.  Σωτήρης,                      Κώστας Ποθητός
14.  Περικλής,                      Πέτρος Νικολαΐδης
15.  Ντέμης,                         Νίκος Ποσνάχοβ
16.  Αιμιλία,                         Αιμιλία Ποσνάχοβα

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Αφιέρωμα στο Πολυτεχνείο


Το πιο γλυκό ψωμί, Η ανάλυση του παραμυθιού


Φύλλο 1ο
Προσδιορίζεται ο χρόνος και ο τόπος του παραμυθιού; Ποιες λέξεις χρησιμοποιούνται;
          Ο χρόνος είναι γενικός και αόριστος. Το καταλαβαίνουμε από τη λέξη «κάποτε»
          Ο τόπος επίσης είναι ακαθόριστος, «σ’ ένα μακρινό βασίλειο»
Ποιο πρόβλημα αντιμετωπίζει ο βασιλιάς;
          Το πρόβλημα του βασιλιά είναι η ανορεξία.
Ποιοι προσπαθούν να βοηθήσουν το βασιλιά; Τα καταφέρνουν;
          Το βασιλιά προσπαθούν να τον βοηθήσουν διάφοροι γιατροί, χωρίς να τα καταφέρουν.
Ποιος έρχεται στη συνέχεια να βοηθήσει το βασιλιά; Τι οδηγία δίνει; Είναι σαφής ή μοιάζει με αίνιγμα;
          Στη συνέχεια έρχεται ένας γέρος σοφός. Δίνει οδηγία στο βασιλιά να φάει το πιο γλυκό ψωμί. Η οδηγία δεν είναι σαφής και μοιάζει με αίνιγμα.
Πώς ερμηνεύει την οδηγία ο βασιλιάς; Τι διατάζει;
          Ο βασιλιάς διέταξε τους μαγείρους του να του ετοιμάσουν το πιο γλυκό ψωμί.
Βρίσκει τη θεραπεία στο πρόβλημά του;
          Παρόλη τη ζάχαρη που έβαλαν οι μάγειροι στα ψωμιά που έφτιαξαν, ο βασιλιάς δε θεραπεύτηκε.
Για να θεραπευτεί τι αναγκάστηκε να κάνει;
          Για να θεραπευτεί αναγκάστηκε να ακολουθήσει το γέρο σοφό και να κάνει διάφορες εργασίες-δοκιμασίες, όπως, π.χ. θέρισμα, αλώνισμα, λίχνισμα, άλεσμα, ζύμωμα και φούρνισμα. Στο τέλος, όταν έφαγε από το ψωμί που έφτιαξε ο ίδιος με τόσο κόπο, τελικά θεραπεύτηκε.
Ποια είναι η γλώσσα του κειμένου;
          Η γλώσσα του κειμένου είναι η νέα ελληνική με πολλές λαϊκές λέξεις.
Να εντοπίσετε τις λαϊκές λέξεις και φράσεις.
          έρεβε, λιμπιζόταν, ποδέθηκε, λιοπύρι, έδωκε, ολάκερη, έκαμε, δάρτη, ορμήνεια κ.λ.π.
Σε τι πρόσωπο γίνεται η αφήγηση;
          Η αφήγηση γίνεται σε γ’  ενικό πρόσωπο
Τι είδους αφηγητή έχουμε; γιατί;
          Ο αφηγητής δε συμμετέχει στα γεγονότα, άρα είναι ετεροδιηγητικός.
Ποιοι αφηγηματικοί τρόποι χρησιμοποιούνται στο παραμύθι; (αφήγηση, περιγραφή, διάλογος, σχόλιο)
          Οι αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται στο παραμύθι είναι:
          α) αφήγηση (κάποτε ένας πλούσιος βασιλιάς)
          β) περιγραφή (σε λίγο βγήκαν τα καρβέλια αχνιστά και ροδοκοκκινισμένα)
          γ) διάλογος (- Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου; - Μα τι λες, γιατρέ μου)
          δ) σχόλιο (ούτε του πουλιού το γάλα που λέει κι ο λόγος)
Υπάρχουν στοιχεία προφορικότητας στο παραμύθι; Αν ναι, να τα εντοπίσετε.
          Στο κείμενο εντοπίζουμε στοιχεία προφορικότητας, π.χ. Κι ο βασιλιάς, παιδί μου…, για να μην τα πολυλογούμε…

Στα παραμύθια συνήθως διακρίνουμε διάφορα στάδια-μοτίβα από τα οποία περνά ο ήρωας:
α) Στην αρχή παρουσιάζεται ένα πρόβλημα.
β) Στη συνέχεια κάποιοι προσπαθούν να το λύσουν, χωρίς όμως να τα καταφέρνουν.
γ) Μετά εμφανίζεται ένα άλλο πρόσωπο που δίνει κάποια συμβουλή.
δ) Στο τέλος ο ήρωας του παραμυθιού περνάει κάποιες δοκιμασίες, και καταφέρνει να λύσει το πρόβλημα.
Στο παραμύθι που διαβάσαμε, αν νομίζετε ότι ο ήρωας περνά από τα παραπάνω στάδια, τότε συμπληρώστε τον παρακάτω πίνακα:

Στάδια εξέλιξης του παραμυθιού

α) Πρόβλημα του ήρωα
Το πρόβλημα του βασιλιά ήταν η ανορεξία του
β) Κάποιοι προσπαθούν να το λύσουν
Προσπάθησαν να το λύσουν πολλοί γιατροί, αλλά δεν τα κατάφεραν.
γ) Εμφανίζεται ένα άλλο πρόσωπο
Τότε εμφανίστηκε ένα άλλο πρόσωπο, ένας γέρος σοφός, που ήξερε από γιατρικά και πρότεινε στον ήρωα ένα γιατρικό, δηλ. να φάει το πιο γλυκό ψωμί.
δ) Δοκιμασίες του ήρωα
Οι δοκιμασίες του βασιλιά που κράτησαν τρεις ημέρες ήταν οι εξής:
α) να θερίσει ένα χωράφι με σιτάρι
β) να αλωνίσει το θερισμένο σιτάρι
γ) να το λιχνίσει
δ) να το πάει στο μύλο, για να το αλέσει
ε) να το ζυμώσει
στ) να το φουρνίσει


Ο φτωχός και τα γρόσια. Η ανάλυση του παραμυθιού


1ο Φύλλο  (φιλόλογοι)
α) Ποια είναι η γλώσσα του κειμένου;
Η γλώσσα του κειμένου είναι η νεοελληνική με πολλά λαϊκά στοιχεία.
β) Να εντοπίσετε τις λαϊκές λέξεις και φράσεις.
μαθές, αξίνη, γρόσια, πραμάτεια, τσιχ
γ) Σε τι πρόσωπο γίνεται η αφήγηση;
Η αφήγηση γίνεται σε γ’ πρόσωπο.
δ) Τι είδους αφηγητή έχουμε; γιατί;
Ο αφηγητής είναι ετεροδιηγητικός, αφού δε συμμετέχει στα γεγονότα.
ε) Ποιοι αφηγηματικοί τρόποι χρησιμοποιούνται στο παραμύθι; (αφήγηση, περιγραφή, διάλογος, σχόλιο)
Στο παραμύθι χρησιμοποιούνται: η αφήγηση και ο διάλογος
στ) Υπάρχουν στοιχεία προφορικότητας στο παραμύθι; Αν ναι, να τα εντοπίσετε.
Δεν εντοπίζονται στοιχεία προφορικότητας.

2ο Φύλλο (Ψυχολόγοι)
Πώς νιώθει κάθε φορά ο ήρωας; Για ποιο λόγο νιώθει έτσι;

Στην αρχή ο φτωχός νιώθει χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Κάθε βράδυ παρόλο που γυρίζει κουρασμένος από τη δουλειά παίζει με τη λύρα του και χορεύει μαζί με την οικογένειά του.
Όταν έρχεται ο πλούσιος και δίνει στο φτωχό χίλια γρόσια, ο φτωχός έχασε τη χαρά του και το χαμόγελο εξαφανίστηκε από τα χείλη του. Τώρα σκεφτόταν τι να κάνει τα λεφτά που του έδωσε ο πλούσιος.
Στο τέλος του παραμυθιού ο φτωχός είναι και πάλι χαρούμενος κι ευτυχισμένος, αφού στο μεταξύ είχε επιστρέψει τα λεφτά στον πλούσιο. Προτίμησε να είναι φτωχός και χαρούμενος, παρά πλούσιος και στεναχωρημένος.

3ο Φύλλο (Μελετητές λαϊκών παραμυθιών)
Στα παραμύθια συνήθως διακρίνουμε διάφορα στάδια-μοτίβα από τα οποία περνά ο ήρωας:
α) Στην αρχή παρουσιάζεται ένα πρόβλημα. β) Στη συνέχεια προτείνεται από κάποιον μια λύση
γ) Ο ήρωας του παραμυθιού περνάει κάποιες δοκιμασίες, και καταφέρνει να λύσει το πρόβλημα. Στο παραμύθι που διαβάσαμε, αν νομίζετε ότι ο ήρωας περνά από τα παραπάνω στάδια, τότε συμπληρώστε τον παρακάτω πίνακα:
Στάδια εξέλιξης του παραμυθιού

α) Ποιος έχει πρόβλημα και ποιο είναι αυτό;
Το πρόβλημα το έχει ο πλούσιος καθώς προβληματίζεται για το πώς ο φτωχός απολαμβάνει τη ζωή του, ενώ αυτός που είναι πλούσιος δε χαίρεται καθόλου. Ο φτωχός δεν έχει κανένα πρόβλημα. Η φτώχεια του δεν τον απασχολεί καθόλου.
β) Ποιος προτείνει τη λύση και ποια είναι αυτή;
Τη λύση τη σκέφτεται ο πλούσιος. Δίνει στο φτωχό χίλια γρόσια και περιμένει την αντίδρασή του.
γ) Ποιες δοκιμασίες περνούν οι ήρωες; Κάνουν κάποιες δουλειές, όπως ο βασιλιάς στο παραμύθι «Το πιο γλυκό ψωμί» ή οι δοκιμασίες είναι άλλου είδους;
Ο πλούσιος δεν περνάει καμιά δοκιμασία. Αντίθετα, ο φτωχός έχασε τη χαρά του και όλη τη μέρα σκέφτεται πώς να αξιοποιήσει τα χρήματα που του έδωσε ο πλούσιος.
Ο φτωχός δεν κάνει καμιά σωματική δοκιμασία, όπως έκανε ο βασιλιάς στο παραμύθι «Το πιο γλυκό ψωμί». Οι δοκιμασίες του είναι ψυχικές.

4ο Φύλλο Έστω ότι είστε κοινωνιολόγοι και προσπαθείτε να καταλάβετε μέσα από το παραμύθι ποια είναι η αντίληψη της κοινωνίας για τον πλούσιο και το φτωχό.
α) Ποιος έχει πρόβλημα και ποιο είναι αυτό;
Το πρόβλημα το έχει ο πλούσιος· υποφέρει, γιατί βλέπει το φτωχό κάθε μέρα να διασκεδάζει με την οικογένειά του.
β) Ποιος θα περιμέναμε να έχει πρόβλημα και τι είδους; Αντιθέτως, τι διαπιστώνουμε; Θα περιμέναμε ο φτωχός του παραμυθιού να έχει πρόβλημα εξαιτίας της φτώχειας του.
γ) Τι συμπέρασμα προκύπτει από το παραμύθι για τον πλούτο; Φαίνεται πως η κοινωνία θέλει να πιστεύει ότι οι πλούσιοι, παρόλο που είναι πλούσιοι, είναι δυστυχισμένοι, ενώ οι φτωχοί, παρόλο που είναι φτωχοί, είναι ευτυχισμένοι.
Άρα η αντίληψη της κοινωνίας είναι ότι ο πλούτος φέρνει δυστυχία στους ανθρώπους. Αυτός είναι ένας τρόπος άμυνας της κοινωνίας των φτωχών απέναντι στον πλούτο. Αφού δε θα γίνουν ποτέ πλούσιοι, τουλάχιστο θέλουν να πιστεύουν ότι περνάνε καλύτερα από τους πλούσιους. Αυτή η αντίληψη υπάρχει ακόμη και σήμερα. Γι’ αυτό οι διάφορες σαπουνόπερες της τηλεόρασης με πλούσιους και φτωχούς έχουν τόσο μεγάλη επιτυχία, είτε είναι ελληνικές είτε τουρκικές. Στο τέλος, ο καλός φτωχός κερδίζει τον κακό πλούσιο!!!

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Άγιος Νικόλαος ο Ορφανός

Φωτογραφίες από την επίσκεψη

Οι μαθητές του Α3


Ο ναός από την ανατολική πλευρά (ιερό)

Ο ναός από τη δυτική πλευρά

 Στο σχολείο, γράφοντας το κείμενο

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Το δικό μας παραμύθι

Εμείς οι μαθητές του Α3 του 3ου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης, αφού διαβάσαμε το λαϊκό παραμύθι "Το πιο γλυκό ψωμί", γράψαμε ομαδικά το δικό μας παραμύθι. Διαβάστε το: 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μικρός ποντικός. Μια μέρα πήγε στο δάσος κι εκεί έψαχνε φαΐ, για να φάει. Δε βρήκε φαΐ και χάθηκε. Άρχισε να κλαίει μέχρι που εμφανίστηκε η καλή νεράιδα. Ρώτησε τότε το ποντίκι “Γιατί κλαις, ποντικάκι μου;” Τότε το ποντίκι απάντησε: “Κλαίω, γιατί χάθηκα και θέλω να πάω σπίτι μου να φάω.” Απάντησε τότε η καλή νεράιδα: “Θα σε βοηθήσω εγώ, μην ανησυχείς.” “Πώς θα με βοηθήσεις, καλή μου νεράιδα;” “Για να πας στο σπίτι σου, πρέπει να πιεις ένα φίλτρο.” “Και πού θα το βρω αυτό το φίλτρο;” ρώτησε ο ποντικός. “Θα βρεις το ροζ λουλούδι και τη μπλε περικεφαλαία του ακέφαλου καβαλάρη.” Αυτά είπε η καλή νεράιδα και χάθηκε όπως είχε εμφανιστεί.

Ο ποντικός άρχισε να ψάχνει το ροζ λουλούδι και τη μπλε περικεφαλαία. Εκεί που το έψαχνε μυρίστηκε λίγο τυράκι. Ακολούθησε τη μυρωδιά και ήρθε μια κουκουβάγια και τον  ρώτησε: “Τι ψάχνεις;” Ο ποντικός απάντησε ότι ψάχνει  να βρει το ροζ λουλούδι και την μπλε περικεφαλαία του ακέφαλου καβαλάρη. “Θα σε βοηθήσω εγώ να τα βρεις. Θα σε πάρω να πετάξουμε μαζί και θα σε πάω εκεί που βρίσκεται το ροζ λουλούδι, γιατί εγώ μόνο αυτό ξέρω”, είπε η κουκουβάγια. Το ποντίκι ευχαρίστησε την κουκουβάγια που προσφέρθηκε να το πάει στο ροζ λουλούδι. Ανέβηκε στην πλάτη της κουκουβάγιας και άρχισαν να πετάνε. Έφτασαν, λοιπόν, στο ροζ λουλούδι. Ξαφνικά ο ποντικός είδε έναν γάτο που άρχισε να τον  κυνηγάει. Έτσι πως έτρεχε ο ποντικός έπεσε σε μια λίμνη. Είδε έναν κροκόδειλο που τον ανέβασε στην πλάτη του και τον έβγαλε στη στεριά. Έτσι όπως βγήκε στη στεριά είδε έναν σκύλο και τον παρακάλεσε να κυνηγήσει το γάτο. Έτσι κι έγινε. Στη συνέχεια το ποντίκι έκοψε το ροζ λουλούδι, ευχαρίστησε το σκύλο και του ζήτησε να τον βοηθήσει να βρει και την περικεφαλαία. Τα δύο ζώα ξεκίνησαν να περπατάνε. Περπατούσαν περπατούσαν ώσπου μια στιγμή βρήκανε ένα πουλάκι. Το ρώτησαν μήπως ξέρει πού μπορεί να βρίσκεται η περικεφαλαία του ακέφαλου καβαλάρη.  Το πουλάκι απάντησε ότι δεν ήξερε πού είναι, αλλά είχε μια ιδέα. Και το πουλί έδειξε μια σπηλιά. Μόλις μπήκαν είδαν τον ακέφαλο καβαλάρη με την περικεφαλαία. Το ποντίκι πλησίασε μαζί με το πουλάκι, το σκύλο και την κουκουβάγια, και ζήτησαν από τον καβαλάρη να τους δώσει την περικεφαλαία. Αλλά αυτός δεν τους την έδινε κι έπρεπε να σκεφτούν έναν άλλο τρόπο για να πάρουν την περικεφαλαία, ώσπου ήρθε η μητέρα φύση. Η μητέρα φύση έκανε μαγικά στον ακέφαλο καβαλάρη, κι έτσι η περικεφαλαία πέρασε στα χέρια του μικρού ποντικού. 

Το παραμύθι μας, βέβαια, δεν είναι τελειωμένο, κι ίσως να μην σας αρέσει. Όμως, αυτό μόνο προλάβαμε να γράψουμε. Σε λίγες μέρες θα δείτε διάφορες παραλλαγές που θα γράψουμε.